ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ:

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ:
Υπογράψτε για να σταματήσουν οι συμφωνίες TIIP και CETA!

Συνέδριο: Τρόφιμα και Περιβάλλον

Εισήγηση

Σήμερα ολοένα και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται τη βαθιά σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ τροφίμων και περιβάλλοντος, αναγνωρίζουν ότι η ποιότητα της τροφής μας εξαρτάται άμεσα και απόλυτα από την ποιότητα των περιβαλλοντικών μέσων παραγωγής της τροφής (νερό, έδαφος, θάλασσα) και αναζητούν ασφαλή και ποιοτικά τρόφιμα.

Δεν είναι δυνατό να παράγονται ασφαλή τρόφιμα σε ένα ρυπασμένο περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι ορισμένοι ρύποι (π.χ. βαρέα μέταλλα) μεταφέρονται μέσω της τροφικής αλυσίδας και συσσωρεύονται στους ιστούς ζωντανών οργανισμών, φτάνοντας τελικά στο πιάτο μας. Το διατροφικό σκάνδαλο επιμόλυνσης κοτόπουλων στο Βέλγιο με διοξίνη μέσω της διατροφής τους ή/και της γειτνίασης με μονάδες καύσης απορριμμάτων ή η ανίχνευση ανησυχητικών συγκεντρώσεων βαρέων μετάλλων σε ψάρια που αλιεύονται σε κάποιες περιοχές αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να διατηρηθούν τα τρόφιμα καθαρά αν δεν είναι και το ευρύτερο περιβάλλον ασφαλές.

Από την άλλη πλευρά, αναγνωρίζουμε ότι ο τρόπος παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης της τροφής μας σήμερα επιβαρύνει όσο ποτέ άλλοτε το περιβάλλον. Η υπεραλίευση των ωκεανών έχει αλλοιώσει σοβαρά τη θαλάσσια βιοποικιλότητα και έχει εξαντλήσει τα ιχθυαποθέματα. Μη βιώσιμες γεωργικές πρακτικές με εντατική καλλιέργεια της γης, με άστοχη και παράλογη χρήση μεγάλων ποσοτήτων λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και υπερβολική κατανάλωση νερού για άρδευση, έχουν ως αποτέλεσμα τη σοβαρή υποβάθμιση των εδαφών μέσω διάβρωσης, και μεταβολής της εδαφικής σύστασης, οδηγώντας σε ερημοποίηση, στην εξάντληση και ποιοτική υποβάθμιση των υδατικών πόρων, τη σοβαρή ρύπανση των επιφανειακών και υπόγειων νερών από νιτρικά και φωσφορικά άλατα και συνθετικές οργανικές ενώσεις (φυτοφάρμακα).

Η παραγωγή της τροφής μας, κατά παράλογο τρόπο, οδηγεί στην παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αποβλήτων που εξαιτίας της λάθος διαχείρισης τους ρυπαίνουν τα επιφανειακά νερά (ποτάμια, λίμνες, υγρότοπους) οδηγώντας σε ευτροφισμό και καταστρέφοντας πολύτιμα οικοσυστήματα. Τα απόβλητα κονσερβοποιείων ή ελαιουργείων συνεχίζουν να επιβαρύνουν ποταμούς, χείμαρρους και γενικά ευαίσθητα οικοσυστήματα, παρά τις δυνατότητες αντιμετώπισης του προβλήματος με νέες προσεγγίσεις.

Σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις από τη διακίνηση των τροφίμων, τόσο σε θέματα διατροφικής ασφάλειας, όταν οι έλεγχοι κατά τη διακίνηση τροφίμων είναι ανεπαρκείς ή ανύπαρκτοι, όσο και στο περιβάλλον, καθώς η μεταφορά τεράστιων ποσοτήτων τροφίμων από τη μια μεριά του πλανήτη στην άλλη συμβάλλει στην κλιματική κρίση, στην αέρια ρύπανση και δημιουργεί μεγάλους όγκους στερεών αποβλήτων συσκευασιών.

Στα παραδοσιακά προβλήματα έρχεται να προστεθεί ο κίνδυνος της δραματικής μείωσης των ποικιλιών που καλλιεργούνται σήμερα, με ελάχιστες βιομηχανίες να διαθέτουν στην παγκόσμια αγορά ελάχιστα μόνο είδη σπόρων από κάθε καλλιέργεια, καθώς και της εισόδου στο χωράφι, το τραπέζι και τα οικοσυστήματα γενετικά τροποποιημένων οργανισμών.
Είναι φανερό ότι αυτό το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης τροφής όχι μόνο είναι καταστροφικό για το περιβάλλον αλλά και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και θέτει σε κίνδυνο το βασικό δικαίωμα των τωρινών αλλά –κυρίως- των μελλοντικών γενιών σε επαρκή, ασφαλή και ποιοτική διατροφή.

Η Πράσινη Οπτική:
Τι πρέπει να αλλάξει για να εξασφαλίσουμε Βιώσιμη Παραγωγή Τροφίμων – Ασφαλή και Επαρκή Τρόφιμα για όλες και όλους με ταυτόχρονη Προστασία των Πολύτιμων Φυσικών Πόρων

Η Πράσινη οπτική για τα τρόφιμα δε μπορεί παρά να είναι ολιστική, δηλαδή να λαμβάνει υπόψη και να ενσωματώνει την περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική διάσταση του προβλήματος στις προτεινόμενες πολιτικές. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Οικολόγοι Πράσινοι θεωρούμε ότι ορισμένοι βασικοί άξονες μιας Πράσινης Πολιτικής για τα τρόφιμα πρέπει να είναι:

- Η ενίσχυση του τοπικού χαρακτήρα παραγωγής τροφής/ αποδυνάμωση του συγκεντρωτικού - βιομηχανικού μοντέλου -βιωσιμότητα υπαίθρου

Απαιτείται προσανατολισμός της παραγωγής, κατά προτεραιότητα, στις τοπικές ανάγκες. Στόχος αυτής της πολιτικής είναι η αποκέντρωση στην παραγωγή της τροφής, η ενίσχυση του τοπικού παραγωγού, η προώθηση ειδών που είναι πιο προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες (γενετική ποικιλία σπόρων και ζώων), η σύνδεση της τοπικής παραγωγής με άλλες δραστηριότητες (π.χ. οικο-τουρισμός, αγροτουρισμός, πράσινη χημεία, παραγωγή ενέργειας για τοπικές ανάγκες από υπολείμματα καλλιεργειών) και η ταυτόχρονη αποδυνάμωση του συγκεντρωτικού βιομηχανικού τρόπου παραγωγής και διανομής της τροφής. Τα οφέλη αυτής της πολιτικής θα είναι πολλαπλά για τις τοπικές κοινωνίες, καθώς θα ενδυναμώσει τον κοινωνικό ιστό, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας για μικρούς παραγωγούς, θα αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για την ενίσχυση της υπαίθρου, ενώ συγχρόνως θα μειώσει σημαντικά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την παραγωγή τροφίμων σε μεγάλες κτηνοτροφικές/ βιομηχανικές μονάδες, στις οποίες η παραγωγή τροφίμων είναι έντασης ενέργειας /φυσικών πόρων και όχι έντασης εργασίας. Συγχρόνως, η μείωση της απόστασης μεταξύ παραγωγού και τελικού καταναλωτή θα μειώσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις (π.χ. εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και αερίων ρύπων) από τη διακίνηση των τροφίμων, συμβάλλοντας και στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.

Ο τοπικός /περιφερειακός χαρακτήρας παραγωγής/διακίνησης τροφής μπορεί να στηριχθεί στη δημιουργία συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών και άλλων εναλλακτικών αλληλέγγυων δικτύων διανομής τροφίμων. Η ενδυνάμωση της σχέσης μεταξύ του παραγωγού και του καταναλωτή είναι σημαντικό στοιχείο μιας αειφόρου πολιτικής για τα τρόφιμα, εφόσον επιδρά σημαντικά όχι μόνο στην ποιότητα των παραγόμενων τροφίμων (ο παραγωγός γνωρίζει από πρώτο χέρι τις ανάγκες του καταναλωτή αλλά και ο καταναλωτής έχει εικόνα για τον τρόπο παραγωγής της τροφής του) αλλά και στη μείωση του κόστους της τροφής (μέσω του περιορισμού των διάφορων μεσαζόντων στη διακίνηση της τροφής) και στην εξασφάλιση ενός δίκαιου εισοδήματος για τον παραγωγό. Τέλος, δημιουργεί σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον παραγωγό και στον καταναλωτή και προσφέρει ικανοποίηση και στους δύο.

- Προώθηση της Βιολογικής Γεωργίας και Κτηνοτροφίας

Δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί το καταστροφικό για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία μοντέλο αγροτικής παραγωγής, που στην ουσία υπονομεύει και τη βιώσιμη αγροτική οικονομική δραστηριότητα. Οι αγρότες σήμερα πλήττονται από τις συνέπειες αυτού του μοντέλου, που για δεκαετίες ακολουθήθηκε στην Ελλάδα, χάνοντας μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους εξαιτίας της υποβάθμισης των εδαφών /ερημοποίησης και της εξάντλησης των υδατικών πόρων (και τα δύο συνδέονται και με τις κλιματικές αλλαγές). Είναι λοιπόν αναγκαία η στροφή σε ποιοτική και οικολογική αγροτική παραγωγή, η εφαρμογή καλών πρακτικών που προστατεύουν τα εδάφη και τη βιοποικιλότητα, εξοικονομούν νερό και ενέργεια, προστατεύουν τα νερά από τη ρύπανση με ελάχιστη η καθόλου χρήση λιπασμάτων /φυτοφαρμάκων, επιλέγουν καλλιέργειες προσαρμοσμένες στο τοπικό περιβάλλον και τελικά επιτυγχάνουν το ζητούμενο: ασφαλή και ποιοτικά τρόφιμα.

Γι' αυτό θα πρέπει:
- να υπάρχει συνεχής εκπαίδευση και ενημέρωση των παραγωγών σχετικά με καινοτόμα προγράμματα, που εισάγουν και εδραιώνουν καλές γεωργικές/κτηνοτροφικές πρακτικές (π.χ. στροφή σε καλλιέργειες που είναι καλά προσαρμοσμένες στο τοπικό περιβάλλον και δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις σε νερό ή είναι ανθεκτικές σε αρρώστιες και δεν απαιτούν χρήση φυτοφαρμάκων, τρόποι άρδευσης που εξοικονομούν νερό, ήπιες καλλιεργητικές πρακτικές, που προστατεύουν το έδαφος και τη βιοποικιλότητα, κτηνοτροφικές πρακτικές που σέβονται τα ζώα και δεν τους προκαλούν πόνο και δυστυχία, επιλογή τοπικών ποικιλιών και φυλών ζώων που αντέχουν περισσότερο στις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή).
- να λειτουργήσει ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου της χορήγησης και χρήσης φυτοφαρμάκων, ώστε να αποκλείεται η χρήση απαγορευμένων φυτοφαρμάκων και να προστατευθεί η υγεία τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
- να αξιοποιούνται τα αγροτικά /κτηνοτροφικά υπολείμματα είτε μέσω παραγωγής κομπόστ για τον εμπλουτισμό των εδαφών και την προστασία από διάβρωση, είτε μέσω της παραγωγής βιοκαυσίμων για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της αγροτικής παραγωγής.

Συνολικά, η στροφή στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία, σε συνδυασμό με ολοκληρωμένα αγρο-περιβαλλοντικά σχέδια για τη βιωσιμότητα της υπαίθρου, οικολογικό και αγροτικό τουρισμό και η προτεραιότητα στα συμφέροντα των μικρών αγροτών μπορούν πράγματι ν’ αποτελέσουν πολύ σοβαρές προτάσεις για αναβάθμιση του περιβάλλοντος, προστασία του καταναλωτή και αναζωογόνηση της ζωής της υπαίθρου με τη διατήρηση ενός σημαντικού πληθυσμού σ’ αυτήν. Μια τέτοια στροφή, επιπλέον μπορεί να συμβάλλει στη συνοχή των τοπικών κοινωνιών, στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, στην προώθηση νέων μορφών απασχόλησης, όπως η κοινωνική οικονομία και οι συνεταιρισμοί παραγωγών -καταναλωτών, στη διασφάλιση της πολιτιστικής ετερότητας και ιδιαιτερότητας του κάθε τόπου. Σε αυτό το πλαίσιο οι αγρότες θα αναλάβουν νέους ρόλους αναγκαίους για τη βιωσιμότητα της υπαίθρου αλλά και ικανούς να τους εξασφαλίζουν ικανοποιητικά εισοδήματα.

- Ενημέρωση του πολίτη, διαφάνεια μέσω της σήμανσης στα τρόφιμα

- Μεταλλαγμένα ούτε στο ράφι ούτε στο χωράφι

Η σήμανση της τροφής είναι απαραίτητη για τη σωστή ενημέρωση των καταναλωτών δίνοντας τους τη δυνατότητα να επιλέξουν αυτό που πραγματικά χρειάζονται. Ειδικά για το θέμα των μεταλλαγμένων (Γ.Τ.Ο), και ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δέχεται τις ισχυρές πιέσεις πολυεθνικών εταιρειών για την εισαγωγή τους στην ευρωπαϊκή αγορά, η σήμανση των τροφίμων που παράγονται με χρήση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών είναι απολύτως απαραίτητη εφόσον το κίνημα των υπεύθυνων καταναλωτών μπορεί πραγματικά να αποτρέψει τη χρήση GMOs. Γι’ αυτό ζητούμε να μπει έγχρωμο σήμα στα τρόφιμα που περιέχουν ΓΤΟ και να μπαίνουν σε διαφορετικό ράφι από τα υπόλοιπα τρόφιμα. Κι ακόμη, να θεσμοθετηθεί πλήρως, απλουστευμένη σήμανση, τόσο των τροφίμων που απευθύνονται στον άνθρωπο όσο και στις ζωοτροφές.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι επιδιώκουν, μέσα από ουσιαστικό και όχι επιφανειακό διάλογο, την αναδιοργάνωση κι ενδυνάμωση των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των τροφίμων και όλης της διαδικασίας που επηρεάζει την ποιότητά τους και την ένταξή τους σε ένα ενιαίο φορέα με στόχο τη μείωση των κινδύνων επιμόλυνσης της τροφικής αλυσίδας, την προστασία της υγείας του καταναλωτή αλλά και του περιβάλλοντος. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαιότητα πολύ περισσότερο που το σημερινό μοντέλο παραγωγής και διακίνησης τροφίμων αυξάνει τους κινδύνους επιμόλυνσης της διατροφικής αλυσίδας, μια και ο παραγωγός δεν είναι πλέον γνώστης της προέλευσης όλων των πρώτων υλών (π.χ. ζωοτροφές), των ποικιλιών που καλλιεργεί και των μέσων που χρησιμοποιεί. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα πρέπει να αξιοποιηθεί και η εμπειρία άλλων χωρών (υπαγωγή των μηχανισμών ελέγχου σε Υπουργεία όπως το Υγείας ή του Περιβάλλοντος και προστασίας καταναλωτών ή η λειτουργία τους ως Ανεξάρτητων Αρχών). Απαραίτητη για την αξιοπιστία του συστήματος ελέγχων είναι και η απεξάρτησή του από τον ασφυκτικό κομματισμό και η επάρκεια σε προσωπικό, μέσα και πόρους.

Επιδιώκοντας να αποτρέψουν τους αυξανόμενους κινδύνους οι Οικολόγοι Πράσινοι κατέθεσαν πρόσφατα στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων πολυσέλιδη εισηγητική έκθεση για πρόταση νόμου που θα προβλέπει την απαγόρευση της διακίνησης, καλλιέργειας και γενικά χρήσης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στην ελληνική επικράτεια. Βασική κατεύθυνση της εισηγητικής έκθεσης είναι η αξιοποίηση και η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, η οποία επιτρέπει να λάβουμε εθνικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας εκτός του πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΚ και για την υλοποίηση των αποφάσεων των νομαρχιών όλης της χώρας που έχουν κηρυχθεί ελεύθερες από μεταλλαγμένα. Ταυτόχρονα, οι εκπρόσωποι των Οικολόγων Πράσινων, ανέπτυξαν στον υφυπουργό τις θέσεις τους για μια νέα, ποιοτική και βιώσιμη κατεύθυνση της γεωργίας, αλλά και για την άμεση λήψη μέτρων ανακούφισης των αγροτών.

Κεντρικό θέμα της προεκλογικής καμπάνιας των Οικολόγων Πράσινων αλλά και της κοινής καμπάνιας του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος για τις ευρωεκλογές είναι η διατροφική επανάσταση, η ανάγκη ως καταναλωτές και ως κοινωνίες να υιοθετήσουμε ένα διαφορετικό μοντέλο διατροφής, που επανασυνδέει τα συμφέροντα του παραγωγού τροφίμων, του καταναλωτή και του περιβάλλοντος και βασίζεται στις αρχές του δίκαιου εμπορίου και της βιωσιμότητας.

Γνωρίζουμε ότι ο ανεπτυγμένος κόσμος -αλλά και οι κυρίαρχες τάξεις σ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο- έχουν υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής που είναι αδύνατο να διαδοθεί στο σύνολο των ανθρώπων. Για να γίνει αυτό θα χρειαζόμασταν αρκετούς πλανήτες. Για να μπορούν, λοιπόν, κάποιοι να «ευημερούν» -συχνά υπέρβαροι και με εκφυλιστικές αρρώστιες- κάποιοι άλλοι θα πρέπει να υποφέρουν και να υποσιτίζονται. Και, κυρίως, να παραμένουν εξαρτημένοι από τις πολυεθνικές της αγρο-διατροφής.

Καταναλώνουμε κατά κεφαλή τρεις φορές περισσότερα δημητριακά από τους λαούς του "αναπτυσσόμενου" κόσμου, αφού τα μισά απ’ αυτά πηγαίνουν στη διατροφή των ζώων μας. Την ίδια στιγμή, ο καταναλωτισμός που αδειάζει τα ράφια των καταστημάτων σε Ευρώπη και Β. Αμερική, είναι μια από τις σημαντικές αιτίες της οικολογικής καταστροφής. Γι’ αυτό και οι συνειδητοί πολίτες πρέπει να αποφεύγουν τα προϊόντα που υποβαθμίζουν το περιβάλλον και υποσκάπτουν την υγεία της φύσης και των ανθρώπων. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα χρήσιμων προσωπικών κατευθύνσεων ή πρακτικών διεθνούς αλληλεγγύης –όπως το δίκαιο εμπόριο- που θα μπορούσαν να τους εμπνεύσουν. Όμως η απάντηση στο πρόβλημα δεν είναι μόνο το να καταναλώνουμε σωστά. Είναι κυρίως το να καταναλώνουμε λιγότερο και με ευθύνη απέναντι στον πλανήτη, τους συνανθρώπους μας και τις επόμενες γενιές.

Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη για άμεση αλλαγή του σπάταλου, εκμεταλλευτικού και ρυπογόνου μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Ένα νέο μοντέλο απαιτεί περιορισμό της σπατάλης πρώτων υλών και ενέργειας, υιοθέτηση καθαρών τεχνολογιών, ελαχιστοποίηση των επικίνδυνων παραπροϊόντων, μέγιστο βαθμό ανάκτησης, ανακύκλωσης κι επαναχρησιμοποίησης προϊόντων ή πρώτων υλών βάρος στον έλεγχο και την πρόληψη, υπεράσπιση της φύσης και της βιοποικιλότητας, των δικαιωμάτων των ζώων, κατάθεση εναλλακτικών λύσεων και υποδειγμάτων ενός άλλου τρόπου ζωής, μη καταναλωτικού, ουσιαστικά ανθρώπινου και οικολογικού.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι δεν μένουν σε ευχολόγια για την προστασία του περιβάλλοντος ή την απλή καταγγελία των διατροφικών σκανδάλων, όπως τα άλλα κόμματα. Η φιλοσοφία που πρεσβεύουν ενστερνίζεται διδάγματα που προκύπτουν από τα σύγχρονα αδιέξοδα. Έτσι, δεν επιρρίπτουν μόνο ευθύνες στους αρμόδιους ή μόνο στους κερδοσκόπους, τη βιομηχανία κτλ αλλά θέτουν και το ζήτημα της αλλαγής αξιών και τρόπου ζωής των πολιτών. Γιατί η διατήρηση της ποιότητας του περιβάλλοντος και η εξασφάλιση ποιοτικής τροφής αποτελεί μια πολιτική αλλά και συλλογική διαδικασία, που αφορά όλον τον πλανήτη αλλά και τον καθένα μας προσωπικά.

Θεματικές ομάδες Περιβάλλοντος και Γεωργίας/Τροφίμων των Οικολόγων Πράσινων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: